Lycée Franco-hellénique - Ελληνογαλική Σχολή

Rue Chloïs et Trikalon - Aghia Paraskevi - Athènes
Χλόης και Τρικάλων - Αγία Παρασκευή - Αθήνα
lfh.gr

19/04/2007

inscris tes poèmes! - γράψε τα ποιήματα σου!

inscris tes poèmes en indiquant l'auteur et le titre du recueil, ainsi que le titre du poème. Pour qu'ils soient publiés sur ce site, clique sur le lien "commentaire" ci-dessous, et copie ton poème en indiquant ton nom. Pour voir les poèmes déjà publiés clique sur le même lien.

γράψε το ποίημα σου, διευκρινίζοντας τον συγγραφέα, τον τίτλο του ποιήματος και τον τίτλο του βιβλίου. Για να δημοσιευθούν τα ποιήματα στο site κλίκαρε στο κουμπί "commentaire" ακριβώς κάτω από αυτό το μήνυμα και αντέγραψε το ποίημα διευκρινίζοντας και το όνομα σου. Για να δεις τα ποιήματα που έχουν δημοσιευθεί κλίκαρε στο ίδιο κουμπί.

Venez tous à la Babel poétique !

Ελάτε όλοι στην ποιητική Βαβέλ !

20 commentaires:

par exemple - παραδείγματος χάριν a dit…

Sur la pointe d’une herbe
devant l’infini du ciel
une fourmi
Ozaki Hôsai in Anthologie du poème court japonais, nrf Poésie/Gallimard


Μπροστά στην απεραντοσύνη του ουρανού
στην άκρη του χορταριού
ένα μυρμήγκι
Ozaki Hôsai in Anthologie du poème court japonais, nrf Poésie/Gallimard

Argyro Abazi a dit…

Romance del veneno de Moriana

Madrugaba don Alonso
a poco del sol salido;
convidando va a su boda
a los parientes y amigos;
a las puertas de Moriana
sofrenaba su rocino:
—Buenos días, Moriana.
—Don Alonso, bien venido.
—Vengo a brindarte Moriana,
para mi boda el domingo.
—Esas bodas, don Alonso,
debieran de ser conmigo;
pero ya que no lo sean,
igual el convite estimo,
y en prueba de la amistad
beberás del fresco vino,
el que solías beber
dentro en mi cuarto florido.
Moriana, muy ligera
en su cuarto se ha metido;
tres onzas de solimán
con el acero ha molido,
de la víbora los ojos,
sangre de un alacrán vivo:
—Bebe, bebe, don Alonso,
bebe de este fresco vino.
—Bebe primero, Moriana,
que así está puesto en estilo.
Levantó el vaso Moriana,
lo puso en sus labios finos;
los dientes tiene menudos,
gota dentro no ha vertido.
Don Alonso, como es mozo,
maldita gota ha perdido.
—¿Qué me diste, Moriana,
qué me diste en este vino?
¡Las riendas tengo en la mano
y no veo a mi rocino!
—Vuelve a casa, don Alonso,
que el día ya va corrido
y se celará tu esposa
si quedas acá conmigo.
—¿Qué me diste, Moriana,
que pierdo todo el sentido?
¡Sáname de este veneno,
yo me he de casar contigo!
—No puede ser, don Alonso,
que el corazón te ha partido.
—¡Desdichada de mi madre
que ya no me verá vivo!
—Más desdichada la mía
desque te hube conocido.

Edad Media.


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΜΟΡΙΑΝΑ

Πρωινό με την αυγούλα
ξεκινά ο Δον Αλόνσο
για το γάμο να καλέσει
οικογένεια και φίλους.
Και στο σπίτι της Μοριάνα
σταματά το αλογό του.
-Καλημέρα σου, Μοριάνα.
-Καλώς ήρθες, Δον Αλόνσο.
-Έρχομαι να σε καλέσω
γιατί ο γάμος μου θα γίνει.
-Σ’ αυτόν το γάμο, Δον Αλόνσο
εγώ θα’μουνα η νύφη.
Αλλά αφού δεν είμαι, έλα
κόκκινο κρασί να πιούμε
δείγμα αιώνιας φιλίας,
όπως τότε που οι δυο μας
πίναμε στην κάμαρα μου.
Η Μοριάνα πάει τότες
γρήγορα μες την κουζίνα
στο γουδί να κοπανίσει
σουμπλιμέ, μάτια φιδίσια
ζωντανού σκορπιού το αίμα.
-Κόπιασε, πιες , Δον Αλόνσο
απ’ το κόκκινο κρασάκι.
-Πιες συ πρώτη, Μοριάνα
όπως απαιτεί η συνήθεια.
Κρασοπότηρο σηκώνει,
στα λεπτά χείλη το βάζει
μα ούτε μια γουλιά δεν πίνει
η πανούργα Μοριάνα .
Άσπρο πάτο ο Δον Αλόνσο
αφελής ως είναι πάντα.
-Τι με κέρασες, Μοριάνα
τι κρασί μ’έχεις ποτήσει;
Χαλινάρια κι αν κρατάω
άτι μπρος μου δεν τηράω.
-Γύρνα σπίτι, Δον Αλόνσο,
θα ζηλέψει η κυρά σου
αν μαζί μου άλλο μείνεις.
-Τι με πότισες, Μοριάνα
και τον κόσμο τώρα χάνω;
Απ’το θάνατο αν με σώσεις
Γω, νυφούλα θα σε κάνω.
-Είναι αργά πια , Δον Αλόνσο,
Η καρδιά σου έχει λυγίσει.
-Μάνα που το γιο σου χάνεις
κακότυχη για πάντα μάνα.
-Πιο κακότυχη η δικιά μου
από που σε πρωτοείδα.

Δημοτικό τραγούδι, 16ος αιώνας.



ROMANCE SUR LE POISON DE MORIANA

Il se lève vraiment dès l’ aube
courir les rues, Don Alonso
pour inviter à son mariage
tous les amis et la famille.
Devant la porte de Moriana
avec son rocin il s’ arrete.
-Très bonjour, ma Moriana,
-Bien venu, cher don Alonso.
-Je t’invite, Moriana,
ce dimanche à mes noces.
-De ce mariage, don Alonso,
la mariée devrait etre moi- meme.
Ce n’est pas le cas, mais, viens
avec moi boire un verre,
preuve d’amitié éternelle,
comme jadis dans ma belle chambre.
Prestement va la jeune fille
travailler dans sa cuisine.
Elle broie dans son pilon
trois onces de poison,
les yeux noirs d’une vipère,
le sang amer d’un scorpion.
-Bois-en, cher don Alonso,
bois de ce vin tout rouge.
-Sirote, toi, d’abord, Moriana,
dans ce pays tel est l’usage.
Elle lève le verre mais n’en boit pas :
maligne à la bouche si fine.
Don Alonso boit tout le vin
Jeune, gaillard, point coquin.
-Que me donnas-tu, Moriana
Qu’est-ce qu’il y avait dans ce vin ?
Les renes du cheval dans la main
mais je ne vois aucun rocin.
-Retourne chez toi, don Alonso,
ta belle épouse sera jalouse.
Que me donnas-tu ,Moriana,
et je perds tous mes esprits ?
De ce venin sauve-moi
et après on se mariera.
-C’est impossible, don Alonso
ton cœur est déjà fléchi.
-Malencontreuse elle est ma mère
car elle ne me reverra plus !
-Plus malencontreuse la mienne
depuis que je t’ai vu !

Anonyme, XVI siècle

traduction de l'espagnol / μετάφραση από τα Ισπανικά : Argyro Abazi / Αργυρώ Αμπαζί

Αλέξανδρος Μέντης a dit…

Παιδαγωγική

Να πλένεις τα χεράκια σου
Να τρως το φαγητό σου
Να διαβάζεις τα μαθήματά σου
Να αγαπάς τα ζώα
Να σκοτώνεις κάθε μέρα τους ανθρώπους
Να κοιτάς μπροστά το αύριο και όχι
το χθες, γιατί μπορεί να γίνεις μουσικός
Να παίρνεις προαγωγή με το σπαθί σου
και την εξυπνάδα σου
Να μη χάνεις χρόνο
Να αποταμιεύεις
Να κρύβεις τις σκέψεις σου
Να είσαι σοβαρός (τα γέλια βλάπτουν)
Να βαδίζεις με προσοχή στα σταυροδρόμια.

(Και πέρνα καμιά φορά από το σπίτι
για κανένα σκάκι-μου είπε ο κύριος
με τη μαύρη μπέρτα)

Ποιητής: Γιάννης Κοντός
Ποιητική συλλογή: Ο αθλητής του τίποτα.

Ειρήνη Αντωνοπούλου a dit…

Ο Μιλτιάδης Μαλακάσης στη σύζυγό του, που του παραπονέθηκε για τις πρώτες ρυτίδες της και το άσπρισμα των μαλλιών της.

"Ας μη γυρίσει ο λογισμός στα χρόνια εκείνα πίσω
κάλλιο μια τέτοια θύμηση για πάντα να χαθεί.
Ποιος ξέρει, τώρα θάτανε γραφτό να σ' αγαπήσω
και τόσο, που καμιά ποτέ δεν έχει αγαπηθεί.

Κι αν έφυγεν η νιότη σου που θλίβεσαι για δαύτη
ως για πουλί που πέταξε μ' άλλα μαζί πουλιά
περισσότερο κι απ' άνοιξη του έρωτά μου ανάφτει
του χεινοπώρου τ' άγγιγμα στα ωραία σου μαλλιά.

Κι ακόμα φτάνω ν' αγαπώ σ' σε μιαν άλλη εικόνα
-τ' ορκίζομαι στα μάτια σου, που τόσο λαχταρώ-
τον ήρεμο κι ανέφελο και το γλυκό χειμώνα
που στο χλωμό σου πρόσωπο μια μέρα θα θωρρώ.

Και μάθε το: Τις μελιχρές λαμπράδες του Δεκέμβρη
και τις φεγγαροσκέπαστες του Γεναριού ομορφιές
μήτε στις τρέλες τ' Απριλιού κανένας θα τις εύρει
μήτε και στις μονότονες του Μάη καλοκαιριές......

Ποιητής: Μιλτιάδης Μαλακάσης
Ειρήνη Αντωνοπούλου, καθηγήτρια Ελληνογαλλικής σχολής

"Ροές της μοίρας, και σεις των άστρων μακρινές επιρροές παρασταθείτε της"
Μαρία Γιαννακοπούλου-Αντωνοπούλου
22 Μαίου 2000

Dorothéa Hadjisavas a dit…

Oda al tomate (fragmento)

Pablo Neruda

Debemos, por desgracia,
asesinarlo:
se hunde
el cuchillo
en su pulpa viviente,
es una roja
víscera,
un sol
fresco,
profundo,
inagotable,
llena las ensaladas
de Chile,
se casa alegremente
con la clara cebolla,
y para celebrarlo
se deja
caer
aceite,
hijo
esencial del olivo,
sobre sus hemisferios entreabiertos,
agrega
la pimienta
su fragancia,
la sal su magnetismo.

Marie Papadopoulos a dit…

En tren

Yo, para todo viaje
—siempre sobre la madera
de mi vagón de tercera—,
voy ligero de equipaje.
Si es de noche, porque no
acostumbro a dormir yo,
y de día, por mirar
los arbolitos pasar,
yo nunca duermo en el tren,
y, sin embargo, voy bien.
¡Este placer de alejarse!
Londres, Madrid, Ponferrada,
tan lindos... para marcharse.
Lo molesto es la llegada.
Luego, el tren, al caminar,
siempre nos hace soñar;
y casi, casi olvidamos
el jamelgo que montamos.
¡Oh, el pollino
que sabe bien el camino!
¿Dónde estamos?
¿Dónde todos nos bajamos?


Antonio Machado

Anonyme a dit…

"Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη"
...Ξέρω ένα νέο που οι φίλοι του ηλίθιο τον νομίζουν,
γιατί για πράγματα πολύ περίεργα μιλάει.
Κι όσες φορές πασχίζουνε να τονε συμβουλεύσουν
κοιτά με περιφρόνηση και θλιβερά γελάει...

Ποιητής: Νίκος Καββαδίας
"Αθησαύριστα πεζογραφήματα και ποιήματα" εκδόσεις "ΑΓΡΑ".
Πρωτοψάλτης Παναγιώτης-Ορφέας Δ2

Anonyme a dit…

"Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να κρύβεσαι"
Ποιητής:Οδυσσέας Ελύτης
Φανή Σκουλικίδη Δ2

Anonyme a dit…

"Κι αν δεν μπορείς να κάμεις τη ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς:
μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια
του κόσμου, μες στις πολλές κινήσεις και ομιλίες"
Ποιητής:Κωνσταντίνος Καβάφης
Παπαγεωργίου Βασίλης Δ2

Anonyme a dit…

"ΥΜΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ"

Η ζωή είναι μια ευκαιρία, εκμεταλλεύσου την!
Η ζωή είναι ένα όνειρο, πραγματοπίησέ το!
Η ζωή είναι μια περιπέτεια, τόλμα την!
Η ζωή είναι μάχη, δέξου την!
"Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ, ΠΑΛΕΨΕ ΓΙΑ ΑΥΤΗΝ"

Μεταφρασμένοι στίχοι από "Hymn to life"
Mother Teresa of Calcutta
Ειρήνη Σταμάτη

Anonyme a dit…

"Είσαι νέος..."
...Πώς της παρθένας το τζιτζίκι όταν το πιάνεις πάλλονται κάτω απ' το δέρμα σου οι μυώνες
Ή τα ζώα που πίνουν κι ύστερα κοιτούν
Πώς σβήνουν την αθλιότητα: ίδια εσύ
παραλαμβάνεις απ' τους Δίες κεραυνό
Και ο κόσμος σού υπακούει.Εμπρός λοιπόν
Από σε΄να η άνοιξη εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή.

Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι
Ποιητής:Οδυσσέας Ελύτης
"Ο μικρός ναυτίλος"

Βίκη Τούντα Δ2

Renée Lagrange a dit…

Extraits du recueil poétique de

Djalila Dechache

"Commencements"
________


"Passage"

Lundi matin, travail
j’emprunte le parc, modeste et subtil
chaque matin, tôt
avant tout le monde.
Au portail, je ralentis le pas :
je sais qu’il ne faut pas effrayer la vie souterraine, bruyante,
affairée, multiple.
Maintes fois en hiver et jusqu’au printemps, par chance
j’ai assisté à temps à la procession des oiseaux
diagonale pleine de conciliabules, de voile et de vent
laissant place au jour nouveau.
Au niveau de l’arche de jeunes arbres
j’ouvre mon cœur
je ferme les yeux
se relâchent les mains
je m’attends
je m’imprègne
aumône de feuilles, de branches, de racines,
me voici
derviche vibrante et vivante
passage dans le règne animal et végétal
royaume de l’invisible
que m’importent les bassesses humaines du quotidien…


"Il y a une femme…"

Elle surgit de nulle part, chargée de ses marmots, poussette,
panier, papiers, sacs…
Jolie, sans âge précis, impassible…
Elle apprend que son tour sera long à venir,
s’éloigne du guichet.
La revoilà, un peu plus tard à l’heure du déjeuner
elle se range dans un angle de la salle d’attente,
nourricière silencieuse et pudique
cercle de sa progéniture
elle semble vieille d’un coup
elle reproduit une scène enfouie dans sa mémoire
quand elle était elle-même petit fille
masse voûtée, noire de voile, chœur lourd :
O femme, magnifique vivante
tu portes le temps.

"Emigrant"

Gueule cassée au regard perdu,
brûlée de tabac, de lassitude,
de café et de marc illusoire…
Les travaux rêches, douze mois par an
ont usé ta peau.
Les privations aussi… voleuses de
sourires insouciants.
Ce petit enfant, astre rose et tardif
dans tes bras forts,
que tu tiens d’une main puissante et rugueuse
en une étreinte sûre, presque délicate,
sonore de tes baisers, fait de toi
au bout de toutes ses années
un père véridique, fidèle à ton rêve.
Il te réconcilie une nouvelle fois avec le jour qui vient
et les fastes de ta destinée.

"On ne peut…"

On ne peut s’économiser ainsi
dans le calcul de tout, tout le temps
dans sa vie, au travail, avec autrui
en faire le moins possible
tricher, se cacher
et se croire malin
s’adosser aux autres
peser du poids du corps et
de la frustration
se reposer totalement sur eux.
Comme si cela n’était pas assez
les critiquer et les mépriser…
non, vraiment, on ne peut.

Et vos mains dressées pour prendre
aussi affamées que des bouches jamais rassasiées…

"Pense-bête"

Il ne faut pas que j’oublie que
ma cousine est une ortie.


"Vivre"

L’époque est faste
la vie est dure
le monde est vaste.


"Sans paroles"

Dans un bel éclat d’air
la question est partie
en claquant la porte.



Extraits du recueil poétique de

Djalila Dechache

"Commencements"

Stéphanie Talévi a dit…

La Vie

Qu’est-elle?

Une rivière tranquille, un courant chaud et fébrile, perturbé par cette nuée froide et crue.
Ce sont ces Yeux sombres et pénétrants qui amènent la crue tant attendue.
Une bohémienne qui traverse les champs de papillons couverts de glace tiède.

Où est-elle ?

A l’orée du bois, près de la fontaine des rêves, elle coule, calme et sereine.
Ils se voient, brillants mais noirs, comme des miroirs dont on entend la voix.
Pour la voir, il faut marcher dans des sentiers, à travers le silence bruyant des bruyères.

Ainsi va ma vie.

Que faire ?

Un jour quelqu’un m’a dit : « Ne regarde point ailleurs, ce que tu cherches est devant». Alors, suivant, j’étais, je fus, j’ai été, corrompue par ma propre passion.
Découvrant ainsi la plus profonde signification de moi-même, j’ai refusé mes rêves.

Adieu, jolie bohème. La lumière obscure de tes yeux restera à jamais dans mon lit chaud.

Bonne nuit, fée de l’amour et du retour. En ce printemps hivernal, nous prendrons sa main pour trouver les clartés les plus insensées. Nous reviendrons demain, quêter la nouvelle aventure qui nous attend dans ce monde si grand.



La Vita
Che cos’è ?

Un fiume lento, una corrente calda e febbrile, turbata dalla nube fredda e cruda,
Sono quegli Occhi scuri e penetranti che portano la piena tanto attesa,
Una zingara che attraversa i prati di farfalle coperti dal ghiaccio tiepido,

Dov’è ?

Sul limitar del bosco, vicino alla fontana dei sogni, sta scorrendo, calma e serena,
Si vedono, brillanti pero’ neri, come specchi la cui voce si sente,
Per vederla, bisogna camminare lungo sentieri, attraverso il silenzio rumoroso dell’erica

Cosi’ scorre la mia vita

Che cosa fare ?

Un giorno qualcuno mi ha detto : “Non guardare altrove, cio’ che stai cercando è davanti”,
Quindi, seguendo, ero, fui, sono stata, corrotta dalla propria passione,
Scoprendo cosi’ il più profondo significato di me stessa, ho rifiutato i miei sogni,

Addio, bella bohème, La Luce oscura degli occhi tuoi rimarrà per sempre nel mio letto caldo,

Buona notte, fata d’amore e del ritorno, In questa primavera invernale, le prenderemo la mano per trovare le chiarezze più insensate, torneremo domani, in cerca della nuova avventura che ci aspetta in questo mondo cosi’ grande.


poème de Stéphanie Talévi

Alexandra Mantassas a dit…

Una passione trascurata,
Perduta nel ricordo negli anni...
Il profumo di una lettera, il profumo dell'inchiostro
Che fanno rispuntare qualche memoria all'estremita' degli occhi tuoi

E la vita che corre, instancabilmente,
Lungo la strada per fuggirti e tu, corri dietro lei,
Cercando d'impadronirti almeno della sua borsa,
E di rubare un po' di tempo a quest'affretata donna

Oggi come ieri, la giornata e' passata davanti a te
Non l'hai vista, come al solito
Ma quando ti sei sdraiato, le parole di quel poema
Sono diventate sempre piu' forte, un sussuro
Risuonando come un tamburo nella tua testa...

Le stesse parole che ieri avevi letto...
''Passione prosciugata negli occhi che non possono piu' amare,
Come una canzone troppo ripetuta,
Che genera la perdita del senso delle parole.''

E l'inchiostro delle parole,
Come se fosse il loro sangue, ti ferisce,
E scorre lungo le tue guance ormai cicatrizzate
Per avere sentito tanti sogni colare.



Une passion délaissée,
Perdue dans le souvenir des années...
Le parfum d'une lettre, le parfum de l'encre
Qui te font ressurgir quelques souvenirs a l'extrémité de tes yeux...

Et la vie qui court inlassablement,
Le long de la rue, afin de t'échapper, et toi, tu cours derrière elle,
Cherchant à t'emparer ne serai-ce de son sac
Et de voler un peu de temps a cette dame pressée.

Aujourd'hui comme hier, la journée est passée devant toi,
Tu ne l'as pas vue,
Mais quand tu t'es allonge, les paroles de ce poème
Sont devenues de plus en plus fortes, un murmure
Résonnant comme un tambour dans ton esprit

Les mêmes paroles qu'hier tu avais lues...
''Passion desséchée dans des yeux qui ne peuvent plus aimer,
Comme une chanson trop répétée,
Qui entraine la perte de sens des paroles.''

Et l'encre des mots,
Comme si c'était leur sang, te blesse,
Et court le long de tes joues désormais cicatrisées
Pour avoir senti tant de rêves couler.


---------------------------------


Anestesia completa

sentimenti rotti

Un millione di vuoti.

Incubi che non sono miei
Venuti dalle notte in cui non ho dormito

Un millione di musiche e di altalene,
E di canti di ucelli in questo bel tempo, e di fotografie,
E di colori...

La musica mi perviene ma non dice niente,

il sole sulla mia guancia si pone, ma non lo sento piu', e parte. E' ormai insignificante

Stesa sul pavimento, guardo tutto ma non vedo niente

Perché non c'è senso più perché non ce ne è mai stato,
Sento ma non ascolto

Un vuoto
O forse un millione...

E la mia guancia fredda sul pavimento ghiacciato... Come un orecchio caldo sul cuscino..
Qualcuno si prepara a domire,
E lei, un occhio chiuso, per sentire meglio il mondo,
Si prepara a morire, le sua labbra sanguina sulla verdura, e il canto di un ucellino si fa sentire.


Anesthésie complète

sentiments rompus

Un million de vides

Cauchemars qui ne sont pas à moi
Venus de nuits où je n'ai pas dormi

Un million de musiques et de balançoires,
Et de chants d'oiseaux en ce beau temps, et de photographies,
Et de couleurs…

La musique me parvient, mais ne dit absolument rien

Le soleil sur ma joue se pose, mais je ne le sens plus, et part. Il est désormais insignifiant.
Etendue sur le sol, je regarde tout, mais ne vois rien.

Parce qu'il n’y a plus de sens, parce qu'il n’y en a jamais eu
j'entends, mais n'écoute pas.

Un vide,
Ou peut-être des millions...

Et ma joue froide sur le sol glacé ... Comme une oreille chaude sur un oreiller...
Quelqu'un se prépare à dormir,
Et elle, un œil clos, pour mieux entendre le monde
Se prépare à mourir, sa lèvre saigne sur l'herbe, et le chant d'un oiseau se fait entendre


poèmes d’Alexandra Mantassas

Anonyme a dit…

Vint l’âge de faire le monde
je le fis

j’ai vécu toutes les vies celles des mères
des vieillards
avec des cris

des chants secrets

tous ceux des temps de tous les temps
tous ceux à naître ou déjà nés

et pour durer et pour rester debout





Françoise Coulmin, in Pour durer, Le Dé Bleu/Ecrits des Forges.

-----------------

Ήρθε η εποχή να πλαστεί ο κόσμος
τον έπλασα

έζησα όλες τις ζωές εκείνες των μανάδων
των γερόντων

με κραυγές

τραγούδια μυστικά

όλοι όσοι από τους χρόνους τους παντοτινούς
όσοι μέλλουν να γεννηθούν όσοι γεννήθηκαν ήδη

και για να διαρκέσουμε και όρθιοι να στεκόμαστε



Φρανσουάζ Κουλμέν,
in Για να διαρκέσουμε, Le Dé Bleu/Ecrits des Forges.

Anonyme a dit…

A bord de l’Aspasia

Ταξίδευες κυνηγημένη από τη μοίρα σου
Για την κατάλευκη μα πένθιμη Ελβετία
Πάντα στο deck, σε μια σαιζ-λόγκ πεσμένη, κάτωχρη
απ’ τη γνωστή και θλιβερότατην αιτία.

Πάντοτε ανήσυχα οι δικοί σου σε τριγύριζαν,
μα εσύ κοιτάζοντας αλλού αδιαφορούσες.
Σ’ ό, τι σου λέγανε πικρογέλαγες, γιατί ένιωθες
πως για τη χώρα του θανάτου οδοιπορούσες.

Κάποια βραδιά που από το Στρόμπολι περνούσαμε,
Είπες σε κάποιον γελαστή σε τόνο αστείου :
«Πως μοιάζει τ’ άρρωστο κορμί μου, καθώς καίγεται,
με την κορφή τη φλεγομένη του ηφαιστείου !»

Ύστερα σ’ είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες
μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω.
Κι εγώ, που μόνο την υγρήν έκταση αγάπησα,
Λέω πως εσένα θα μπορούσα ν’ αγαπήσω.



Νίκος Καββαδίας, A bord de l’Aspasia, in Μαραμπού, Άγρα.

-----------------


A bord de l’Aspasia

Tu voyageais poursuivie par ton destin
Vers une Suisse immaculée mais sinistre
Toujours sur le pont, sur ta chaise longue, très pâle,
Pour cette raison trop tristement connue.

Toujours inquiets, les tiens t’entouraient de leurs soins,
Mais toi, indifférente, tu regardais ailleurs.
Tu riais amèrement à tout ce qu’ils disaient, car tu sentais
Que c’est vers le pays des morts que tu traçais ta route.

Un soir que nous passions au pied du Stromboli,
Tu dis en riant à quelqu’un, comme une plaisanterie
« Comme il ressemble, mon corps malade, qui se consume,
Au sommet enflammé du volcan ! »

Plus tard je t’ai vue à Marseille comme tu te perdais
Dans le vacarme de la foule sans te retourner.
Et moi, qui n’ai jamais aimé que l’étendue des flots,
Je me suis dis que toi, j’aurais pu t’aimer, toi.



Nikos Kavvadias, A bord de l’Aspasia, in Marabout, Agra.

Anonyme a dit…

Frodo’s song

The Road goes ever on and on
Down from the door where it began
Now far ahead the Road has gone,
And I must follow, if I can
Pursuing it with weary feet,
Until it joins some larger way,
Where many paths and errands meet.
And whither then? I cannot say.


J.R.R. Tolkien, in The Lord Of The Rings, "The Fellowship Of The Ring"

--------------------

La chanson de Frodon

Le Chemin se prolonge à jamais
Partant de mon seuil où il a commencé
Maintenant loin devant le Chemin s’éloigne,
Et si je peux, il me faut le longer
Le poursuivant d’un pied fatigué
Jusqu’à ce qu’il s’unisse à une voie plus large,
Où de nombreux sentiers et courses se rejoignent.
Et vers où ensuite ? Je ne sais.


J.R.R. Tolkien, in Le seigneur des anneaux “La compagnie de l’anneau”

--------------------

Το τραγούδι του Φρόντo

Ο Δρόμος κυλά πέρα αιώνια
Απ’ το κατώφλι όπου ξεκίνησε
Τώρα μακριά ο Δρόμος έχει φύγει
Και πρέπει, αν μπορώ, να τον ακολουθήσω
Πίσω του τρέχοντας με βήμα βαρύ,
Μέχρι να πέσει σε οδό πλατύτερη,
Όπου πολλά στενά και πορείες ανταμώνουν.
Και τότε για πού ; Δεν ξέρω καθόλου.


J.R.R. Tolkien, in Ο άρχοντας των δακτυλιδιών, «Η συντροφιά του Δακτυλίδι».

Anonyme a dit…

Για πάντα δεν είναι κανείς, ούτε διαρκεί, κανείς δε θα ‘ρθει απ’ την άλλη όχθη, στις εκβολές βραδυπορώντας με φωτιές.

Κι ανίσως το βραδάκι, στα σβηστά, με αδειανό σακούλι ξεπεζεύει, πάλι απόξενος, δεν εννοεί, και λιποτάκτης δεν μπορεί ούτε γνωρίζει.

Σαν ένας, λέει, που πλοηγώντας θα ξυπνά στη μαύρη λίμνη, κι όπως παντού η σιγαλιά κι η άπνοια σκιάζει, στις φλέβες του αφουγκράζεται το αιμοβόρο ψάρι,

και γύρω χόρτα πνίγουν τα περάσματα, των ναυτικών τα ίχνη,

τα έια μάλα



Τζένυ Μαστοράκη,
Α, τι νύκτα ήταν εκείνη…
in Μ’ ένα στεφάνι φως, Κέδρος.

-----------------------

Pour toujours il n’y a personne, ni ne perdure, personne ne viendra de l’autre rive, marchant lentement aux embouchures avec des feux.

Et si jamais le soir, tous feux éteints, avec sa bourse vide met pied à terre, à nouveau distant, ne veut pas, et déserteur ne peut ni ne connaît.

Comme quelqu’un, dit-on, qui pilotant s’éveillera dans le lac noir, et comme partout le silence et le calme plat effarouche, dans ses veines le poisson sanguinaire tend l’oreille,

et des herbes autour étouffent les passages, les traces des marins,

les ho hisse


Jenny Mastoraki,
Ah, quelle nuit c’était…
in En couronne de lumière, Kedros.

Anonyme a dit…

Et moi je lui dis :
« Que je brûle
Que cendre je devienne
comme Kerem.

Si je ne brûle pas
si tu ne brûles pas
si nous ne brûlons pas
comment les ténèbres
deviendront-elles
clarté.

L’air est plein comme la terre
L’air est lourd comme du plomb
Je crie
Je crie
Je crie
Je crie
Venez vite
je vous invite
à faire fondre
du plomb.




Nazim Hikmet, Comme Kerem,
in Anthologie poétique, Les éditeurs français réunis, 1964.

-----------------------

Κ’ εγώ του λέω :
Ας καώ
Στάχτη ας γίνω
σαν τον Κερέμ
Αν δεν καώ,
αν δεν καείς,
αν δεν καούμε,
πώς θα γίνουνε τα σκοτάδια φως.

Ο αέρας είναι γεμάτος σαν τη γη
Ο αέρας είναι βαρύς σαν μολύβι
Φωνάζω
Φωνάζω
Φωνάζω
Φωνάζω
Ελάτε γρήγορα
σας προσκαλώ
να λιώσουμε
μολύβι.



Ναζίμ Χίκμετ, Σαν τον Κερέμ

Ελπιδα a dit…

�� ��� � � �������� ����� � ���������. �������� ������ �� ���� � ������. �� ���� �� ����� ������� ���������. �� �� � ��� � �� � �� ������. �� ���� � ������ �� ����� � ����!!!